ψυχοσύνθεση

ψυχοσύνθεση
[-ις (-εως)] η
1) душевный, психический склад; характер человека; 2) образ мыслей

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "ψυχοσύνθεση" в других словарях:

  • ψυχοσύνθεση — η, Ν το σύνολο τών ψυχικών ιδιοτήτων ενός ατόμου ή ενός συνόλου, ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο σκέπτεται και αισθάνεται ένα άτομο ή ένα σύνολο ατόμων. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψυχή + σύνθεση] …   Dictionary of Greek

  • ψυχοσύνθεση — η η ψυχική σύνθεση, ο ιδιαίτερος τρόπος κατά τον οποίο συναισθάνεται ή σκέπτεται κανείς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλφαβητάριο — Εγχειρίδιο για τη διδασκαλία της ανάγνωσης και της γραφής στα παιδιά. Επειδή το α. αποτελεί το πρώτο στοιχειώδες πνευματικό βοήθημα του παιδιού και συγχρόνως ένα από τα πρώτα μέσα αισθητικής αγωγής του, γι’ αυτό η συγγραφή του θα πρέπει να… …   Dictionary of Greek

  • νεοκλασικισμός — Μεγάλη πολιτιστική κίνηση που διαδόθηκε ευρύτατα στην Ευρώπη στη δεύτερη πεντηκονταετία του 18ου και στις πρώτες δεκαετίες του 19ου αι. Η αρχή του ανάγεται στο ενδιαφέρον για τις αρχαιολογικές σπουδές, που ανακινήθηκε μετά τις επιτυχείς ανασκαφές …   Dictionary of Greek

  • πλύση — η / πλύσις, εως, ΝΜΑ [πλύνω] το να πλένει κανείς κάτι ή να πλένεται, ο καθαρισμός με νερό νεοελλ. 1. ο καθαρισμός τών ρούχων με νερό και απορρυπαντικά, η μπουγάδα («έχουμε πλύση») 2. (σχετικά με πληγές) απολυμαίνω με αντισηπτικό («πλύσεις με… …   Dictionary of Greek

  • ψυχή — I Λεπιδόπτερο έντομο της οικογένειας των ψυχιδών. Το γένος αυτό αριθμεί πολλά είδη, που ζουν κυρίως στην Ευρώπη. Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα των ψ. είναι ο γεννητικός του διμορφισμός. Τα αρσενικά έχουν φτερά και χνουδωτό σώμα και πετούν συχνά… …   Dictionary of Greek

  • ψυχολογία — Ο όρος χαρακτηρίζει, όπως δείχνει και η ετυμολογία του, την επιστήμη της ψυχής και από την άποψη αυτή αποτελεί μέρος της φιλοσοφίας. Από τα τέλη όμως του 19ου αι. πήρε δική της μορφή και αποτελεί ανεξάρτητη επιστήμη, της οποίας το περιεχόμενο… …   Dictionary of Greek

  • ψυχοπάθεια — Παθολογική κατάσταση της προσωπικότητας, που δημιουργείται με την απόκλιση της ανάπτυξης του ανθρώπου από το φυσιολογικό. Η αλλοίωση του χαρακτήρα προκαλείται, όταν επιδρούν σε αυτόν δυσμενείς παράγοντες, όπως η κληρονομικότητα, η κακή ενδομήτρια …   Dictionary of Greek

  • ψυχοσύσταση — η, Ν η ψυχοσύνθεση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψυχή + σύσταση] …   Dictionary of Greek

  • Γκουαϊασάμιν, Οσβάλντο — (Osvaldo Guayasamin, 1919 – 1999). Ζωγράφος και γλύπτης από τον Ισημερινό. Στο Παρίσι προσχώρησε στην αφηρημένη ζωγραφική. Το ζωγραφικό και το γλυπτικό έργο του τον κατατάσσουν στο ρεύμα της ανανεωμένης σύγχρονης ζωγραφικής. Ο Γ. προσπάθησε να… …   Dictionary of Greek

  • Κοδρικάς, Παναγιώτης — (Αθήνα 1762 – Παρίσι 1827). Λόγιος και συγγραφέας. Υπήρξε περιώνυμος και δριμύτατος αντίπαλος του Κοραή. Το όνομα Κ. είναι εξαρχαϊσμένος τύπος του επωνύμου της μητέρας του, Κουτρικά. Το πατρικό του επώνυμο ήταν Κατζηλιέρης. Αφού ολοκλήρωσε τις… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»